ετεροκέφαλος

-η, -ο
1. (για μυθικούς θεούς ή τέρατα) α) αυτός που έχει διαφορετικό κεφάλι από αυτό που φυσιολογικά έπρεπε να έχει
β) αυτός που έχει δύο ανόμοια κεφάλια
2. το αρσ. ως ουσ. ο ετεροκέφαλος
τρωκτικό τής οικογένειας βαθυεργίδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + -κέφαλος (< κεφαλή), πρβλ. α-κέφαλος. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τρωκτικά — Τάξη θηλαστικών που αποτελείται από μεγάλο αριθμό ειδών, πολύ διαφορετικών στις διαστάσεις, στη μορφή και στις συνήθειες. Ο πιο σπουδαίος διακριτικός χαρακτήρας είναι η οδοντοφυΐα, χωρίς κυνόδοντες και γενικά μόνο με 4 κοπτήρες, πολύ μακριούς και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.